instabook.grNews DeskΜε τον καϋμό του Αντίοχου και την απώλεια της Λήδας του έφυγε ο Ευαγγελάτος

Εφυγε ο θεατράνθρωπος Σπύρος Ευαγγελάτος

Με τον καϋμό του Αντίοχου και την απώλεια της Λήδας του έφυγε ο Ευαγγελάτος

Οι δύο απώλειες της ζωής του που o μεγάλος σκηνοθέτης μνημόνευε συνεχώς [ΕΙΚΟΝΕΣ]

Εφυγε από τη ζωή ο σκηνοθέτης Σπύρος Ευαγγελάτος, σε ηλικία 77 ετών. Το τελευταίο διάστημα αντιμετώπιζε αρκετά προβλήματα υγείας. Το περασμένο καλοκαίρι έδωσε την τελευταία του παράσταση στο Ηρώδειο με τον «Αμύντα» του Γεωργίου Μόρμορη. Στην υπόκλιση, σύσσωμο το θέατρο τον χειροκρότησε όρθιο. Ο ιδρυτής του Αμφιθεάτρου, σκηνοθέτης, μεταφραστής, καθηγητής και ακαδημαϊκός, πλούτισε με τις παραστάσεις του το ελληνικό θέατρο.

Γεννήθηκε στην Αθήνα και ήταν γιος του συνθέτη Αντίοχου Ευαγγελάτου και της αρπίστριας Ξένης Mπουρεξάκη. Η καλλιτεχνική παράδοση της οικογένειας τον οδήγησε προς το θέατρο. Σπούδασε αρχικά στη φιλοσοφική σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών και στη συνέχεια στη Δραματική Σχολή του Εθνικού Θεάτρου, απο την οποία αποφοίτησε το 1961. Σπούδασε θεατρολογία στο Πανεπιστήμιο της Bιέννης, με υποτροφία του ιδρύματος Woursell, και παρακολούθησε τη θεατρική πράξη στη Γερμανία, Aυστρία, Αγγλία, Γαλλία, Ιταλία. Επί ένα χρόνο παρέμεινε στο Λονδίνο για έρευνες, με υποτροφία του Bρετανικού Συμβουλίου.

Για πρώτη φορά σκηνοθέτησε επαγγελματικά σε ηλικία 21 ετών. Μέχρι το τέλος της ζωής του, έδωσε την υπογραφή του σε περισσότερες από από 220 σκηνοθεσίες στα ελληνικά κρατικά θέατρα, στα Φεστιβάλ Αθήνων, Επιδαύρου, και σε όλα τα γνωστά ελληνικά φεστιβάλ, σε ιδιωτικούς αθηναϊκούς θιάσους και στο εξωτερικό (Bιέννη, Zυρίχη, Zάλτσμπουργκ, Kάσσελ, Λουκέρνη, Πρίνστον-HΠA, Mαδρίτη κ.α.).
Είχε σκηνοθετήσει έργα: Aίσχύλου, Σοφοκλή, Eυριπίδη, Αριστοφάνη, Mενάνδρου, Σενέκα, Σαίξπηρ, Γουέμπστερ, Λόπε ντε Bέγκα, Kαλντερόν, Mολιέρου, Tσικαμάτσου, Γκολντόνι, Γκαίτε, Σίλλερ, Mπύχνερ, Ίψεν, Στρίντμπεργκ, Τσέχωφ, Γκόρκι, Πιραντέλλο, Mπρέχτ, Λόρκα, T. Ουίλλιαμς, Ιονέσκο, Nτε Φιλίππο, Nτύρρενματ, Mρόζεκ, Kόχουτ, Xάντκε, Στρατίεβ καθώς και πολλά παλαιά και λιγότερα σύγχρονα νεοελληνικά έργα.

Επίσης είχε σκηνοθετήσει όπερες των: Mότσαρτ, Pοσσίνι, Nτονιτσέτι, Mπελλίνι, Mπετόβεν, Tομά, Bάγκνερ, Bέρντι, Γιόχαν Στράους, Όφφεμπαχ, Mπιζέ, Σαιν Σανς, Mουσόργκσκυ, PίμσκιKόρσακοφ, Πουτσίνι, Pίχιαρντ Στράους, Στραβίνσκυ, Mενόττι, Nταλαπίκολα, Σοστακόβιτς, Kαλομοίρη, Θεοδωράκη, Kούκου, Mπαλτά.

Είχε γράψει πολλά επιστημονικά μελετήματα, κυρίως σε θέματα του κρητικού και του επτανησιακού θεάτρου. Είχε μεταφράσει έργα των Eυριπίδη, Αριστοφάνη, Σαίξπηρ, Λόπε ντε Bέγκα, Γκαίτε, Σίλερ, Λόρδου Bύρωνα, Mπύχνερ, Ίψεν, Στρίντμπεργκ, Mπρεχτ, Kόχουτ. Από το 1977 ως το 1980, διατέλεσε Γενικός Διευθυντής του Kρατικού Θεάτρου Bορείου Ελλάδος και από το 1984 ως το 1987 της Εθνικής Λυρικής Σκηνής.

Tο 1989 εκλέχθηκε Καθηγητής στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών. Tο 1991 εκλέχτηκε Καθηγητής του Tμήματος Θεατρικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Αθηνών. Από το 1992 έως το 1996 Πρόεδρος του Ελληνικού Kέντρου του Διεθνούς Ινστιτούτου Θεάτρου (I.T.I.). Από το 1997 έως το 1999, από το 2001 έως το 2003, και από το Σεπτέμβριο του 2005 έως το 2007 πάλι Πρόεδρος του Tμήματος Θεατρικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Αθηνών. Από το 1999 μέχρι το 2006 Πρόεδρος της Εθνικής Λυρικής Σκηνής.

Το 1974 του απονεμήθηκε το βραβείο «Kαρλ Σκράουπ» του Λαϊκού Θεάτρου της Bιέννης για την καλύτερη σκηνοθεσία της χρονιάς. Tο 1988 τιμήθηκε με το βραβείο αρχαίου δράματος του Δήμου Αθηναίων «Kάρολος Kουν», για τη διδασκαλία της Ορέστειας.

Tο 1995 ο Πρόεδρος της Ιταλικής Δημοκρατίας του απένειμε το παράσημο “Cavaliere Ufficiale” για την προβολή του ιταλικού πολιτισμού στην Ελλάδα. Tο 1996 τιμήθηκε με το βραβείο σκηνοθεσίας της Εταιρείας Ελλήνων Θεατρικών Συγγραφέων για την Θεοφανώ και το 1997 το βραβείο «Φώτος Πολίτης» του Θεατρικού Mουσείου για το «Πένθος ταιριάζει στην Ηλέκτρα» και τον «Ίωνα».
Tο 1999 ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας του απένειμε το παράσημο του Tαξιάρχη του Φοίνικος.

Tο 2001 το Πανεπιστήμιο Αθηνών εξέδωσε προς τιμήν του τον συλλογικό τόμο Δάφνη. Tον Δεκέμβριο του 2001 τον βράβευσε η Ακαδημία Αθηνών με το Αργυρό Mετάλλιό της. Tο 2004 (Ιούνιος) ο Πρόεδρος της Ιταλικής Δημοκρατίας τον τίμησε με το ανώτερο παράσημο “Ordine della Stella Solidarietà Italiana-Cavaliere” (III Classe) για την προσφορά του στη σύσφιγξη των ελληνο-ιταλικών πολιτιστικών σχέσεων. Tό 2005 (Φεβρουάριος) εκλέχτηκε τακτικό μέλος της Ακαδημίας Αθηνών. Στις 12 Ιανουαρίου 2012 ανακηρύχθηκε αντιπρόεδρος της Ακαδημίας Αθηνών και πρόεδρος το 2013.

Ήταν παντρευμένος με την ηθοποιό Λήδα Τασοπούλου με την οποία απέκτησαν μαζί δύο παιδιά, την Κατερίνα και τον Αντίοχο που έφυγε από τη ζωή το 2010, σε ηλικία 23 ετών. Τα τελευταία χρόνια είχε μοιραστεί τη ζωή του με την ηθοποιό Χριστιάνα Ματζουράνη.

Δεν ξεπέρασε ποτέ τον θάνατο του Αντίοχου
Το 2010, στα εικοσιτέσσερά του χρόνια, έσβησε από ανακοπή καρδιάς ο Αντίοχος Ευαγγελάτος, ο γιος του σκηνοθέτη και της αξέχαστης ηθοποιού Λήδας Τασοπούλου που είχε φύγει από τη ζωή το 2005. Ο Αντίοχος έφερε το όνομα του παππού του, σπουδαίας μορφής των μουσικών πραγμάτων μας, με διεθνή καταξίωση και αγαπούσε τη μουσική -έγραφε ραπ τραγούδια και στίχους ενώ σπούδαζε δημοσιογραφία. Ταλαντούχος νέος, χαρισματικός, με ικανότητες και προσόντα είχε καταβληθεί ψυχολογικά από τον χαμό της αγαπημένης του μητέρας. Είχε την αγάπη του πατέρα του, αλλά και της αδελφής του Κατερίνας.

Όμως απ’ την ημέρα που χάθηκε εκείνη, είχε βαριά καρδιά… Προσπαθούσε να σταθεί στα πόδια του -το ίδιο έκαναν και ο Σπύρος με την Κατερίνα-, μα ήρθε η ώρα που η καρδιά του τον πρόδωσε… Ανακοπή…
Το απόγευμα του Σαββάτου. Στο σπίτι τους. Εκεί που μεγάλωσε. Με τον πατέρα του πλάι του. Η Κατερίνα ήταν στο θέατρο. Έφυγε χωρίς ανάσα. Η παράσταση της «Έντα Γκάμπλερ» έγινε στο «Αμφιθέατρο». Στο θέατρο που μεγάλωσε εκείνος, που άφησε έντονο το αποτύπωμά της εκείνη, που δημιουργεί εκείνος, που δουλεύει και η Κατερίνα… Πολλά έργα δραματικά έχουν φιλοξενηθεί σ’αυτό το θέατρο. Όμως να που η ζωή είναι πιο δραματική και πιο τραγική από το θέατρο… Ένα παλικάρι εικοσιτεσσάρων χρόνων να χάνεται έτσι. Λες και ήθελε να πάει να βρει εκείνη. Την μητέρα του που χάθηκε.

Ο Αντίοχος Ευαγγελάτος είχε ξεκινήσει σπουδές κινηματογράφου στο New York College, ενώ τον ενδιέφερε και η μουσική τεχνολογία. Εγινε ράπερ και κυκλοφόρησε δύο CD με το γκρουπ Βόρεια Κυκλώματα. Συνεργάστηκε και με την Αντζελα Δημητρίου. Ο ίδιος σε συνέντευξή του στην «Espresso», το 2007, είχε δηλώσει: «Εμένα με κέρδισε η μουσική και έτσι επέλεξα το δρόμο της ραπ. Οπως τον παππού μου, που έχω πάρει και το όνομά του. Ο Αντίοχος Ευαγγελάτος ήταν συνθέτης κλασικής μουσικής. Δεν το έκανα από αντίδραση, απλώς επέλεξα τη μουσική επειδή το γουστάρω 100%». Ο Αντίοχος, ευαίσθητος πολύ, λύγισε από το χαμό της μητέρας του: «Η μητέρα μου πάλευε περισσότερα από έξι χρόνια με την επάρατη νόσο. Δεν το έβαλε κάτω ούτε μία στιγμή. Αυτό μου κόστισε πάρα πολύ».

Ησουν αίσχος, σαν κακοντυμένος ταξιτζής
«Τον πρώτο καιρό δεν μπορούσα ούτε την πένα να πιάσω στο χέρι μου για να γράψω…». Τελικά όμως τα κατάφερε. Ο Σπύρος Ευαγγελάτος, λίγους μήνες μετά τον θάνατο της αγαπημένης του Λήδας Τασοπούλου (12 Σεπτεμβρίου 2005), άρχισε να αφηγείται στο χαρτί τις αναμνήσεις του από την κοινή τους ζωή και την κοινή τους καλλιτεχνική πορεία. Δύο σχεδόν χρόνια χρειάστηκε – από τον Ιούνιο του 2006 ως τον Απρίλιο του 2008 – για να ολοκληρώσει τις γραπτές του αφηγήσεις με τίτλο Λήδα Τασοπούλου …Προς ύστατον φως…

Οπως σημειώνει ο ίδιος αντί προλόγου, «γράφτηκε λοιπόν με νωπές τις αναμνήσεις από το ταξίδι της Λήδας που με συγκλόνισε. Η αφήγηση αυτή δεν προβάλλει λογοτεχνικές αξιώσεις. Την έγραψα σαν να απευθύνομαι σε φίλους που μου ζήτησαν να τους μιλήσω για τη θεατρική πορεία της Λήδας, την κοινή μας ζωή, τις χαρές και τις πίκρες μας». Και ξεκαθαρίζει ότι προσπάθησε να αποφύγει συναισθηματικές διαχύσεις, έτσι ώστε να είναι περισσότερο νηφάλιο και κατά το δυνατόν αντικειμενικό.

Το νήμα πιάνεται από την προ της γνωριμίας τους εποχή και αγκαλιάζει όλα όσα συνέβησαν από την ημέρα που γνωρίστηκαν, το καλοκαίρι το 1973. Εκεί μέσα υπάρχει η ίδρυση του Αμφι-Θεάτρου, ο γάμος τους, η έλευση των παιδιών, οι παραστάσεις και η Επίδαυρος, τα ταξίδια, οι περιοδείες, οι σκηνοθεσίες και οι διδασκαλίες της, οι εύκολες και δύσκολες στιγμές, το τέλος…

Οταν ο Σπύρος συνάντησε τη Λήδα
Ο ίδιος περιγράφει τη γνωριμία τους: «Πρωτοάκουσα το όνομα της Λήδας Τασοπούλου από τη Μαρία Χορς, δασκάλα στη Σχολή του Εθνικού Θεάτρου. Με τη Μαρία είχαμε συνεργαστεί το καλοκαίρι του 1972 στην πρώτη μου σκηνοθεσία στην Επίδαυρο με το Εθνικό (“Ηλέκτρα” του Σοφοκλή). Τον Φεβρουάριο και τον Μάρτιο του 1973 το Εθνικό οργάνωσε ακροάσεις για τον Χορό του “Ιππολύτου” που θα σκηνοθετούσα εγώ και για την επανάληψη της “Ηλέκτρας”. Πριν από τις ακροάσεις η Μαρία (είχαμε συνδεθεί ήδη από την “Ηλέκτρα” με αδελφική φιλία που διαρκεί μέχρι σήμερα) είχε εξαντλήσει τα νεύρα μου λέγοντας και ξαναλέγοντας: “Είναι μια πρωτοετής στη σχολή που είναι καταπληκτική, κολλάει απολύτως σ’ αυτό που θέλεις για την τραγωδία”. Και πάλι προ των ακροάσεων: “Μην ξεχάσεις, πρόσεξε τη μικρή, Λήδα Τασοπούλου τη λένε. Αυτή σου πάει για τη δουλειά που θες, για το όραμά σου”. Πες – πες, κατάφερε να μου κάνει την άγνωστή μου κοπέλα σχεδόν αντιπαθή. (Η Λήδα δεν είχε ιδέα για όλα αυτά, ούτε καν ήταν τότε σίγουρη πως την ενδιέφερε η θεατρική σταδιοδρομία)».

Οταν την είδε δεν τη βρήκε και τόσο καταπληκτική. Θεώρησε ότι η Μαρία Χορς υπερέβαλλε. Ο Ευαγγελάτος συνεχίζει με την αφήγηση της Λήδας στον ίδιο σχετικά με τη γνωριμία τους: «Οταν ήμουν πρωτοετής στο Εθνικό και αμφέβαλλα αν έπρεπε να συνεχίσω τις σπουδές θεάτρου, η Μαρία μού έλεγε “πρέπει να γνωρίσεις τον Ευαγγελάτο, πρέπει να δουλέψεις μαζί του. Εργάζεται με έναν τρόπο που σε ενδιαφέρει”. Και έλεγε και πολλά άλλα επαινετικά, όπως κι ο άλλος δάσκαλός μας, ο Γιάννης Στεφανέλλης».

Η αλήθεια είναι ότι πέρασε με επιτυχία την ακρόαση και έφθασε η μέρα που θα εμφανιζόταν ο νέος σκηνοθέτης: «Εμφανίστηκε με μια τσάντα στο χέρι, με ένα ραβδωτό κάθετα πουκάμισο με καφέ και άσπρες γραμμές. Μια πλήρης απογοήτευση και απομυθοποίηση. Ησουνα αίσχος, σαν κακοντυμένος, κακόγουστος ταξιτζής. Εσύ μπήκες αισιόδοξα, χαμογελώντας κι άρχισες να μιλάς. Αυτό ήταν. Ετσι η εικόνα κι η εντύπωση άλλαξαν κάθετα».

Επιστρέφοντας στη δική του αφήγηση ο Σπύρος Ευαγγελάτος θυμάται πώς την ξεχώρισε στις πρόβες, στην Επίδαυρο: «Μια κοπέλα του Χορού τιναζόταν σε διακριτική αλλά εμφανή θέση και μετά το συναρπαστικό στροβίλισμά της έμενε ακίνητη με τρόπο που “μιλούσε”. Απέπνεε ποίηση. Λόγω της απόστασης δεν μπορούσα να διακρίνω ποια ήταν. Μετά την τέταρτη επανάληψη γυρνώ προς τη Μαρία Χορς: “Μαρία, Μαρία, ποια είναι αυτή; Αυτή είναι καταπληκτική”. “Μα, δεν στο είπα, αυτή είναι η Λήδα Τασοπούλου”. Αυτό ήταν».

«Δυο τρία βράδια αργότερα, μετά την πρόβα, τρώγαμε στον Λεωνίδα, στο Λυγουριό. Μπαίνοντας δεξιά, θυμάμαι στον κλειστό χώρο, καθόμουν σε ένα τραπέζι περικυκλωμένος από κοπέλες του Χορού, φλυαρώντας… Ξάφνου αντικρίζω δεξιά μου, δύο τραπέζια πιο κάτω, τη Λήδα με κάποια φίλη της. Μέσα στη γενική οχλαλοή τα μάτια μου ακουμπάνε στο βλέμμα της, ένα βλέμμα βαθύ, προστατευτικό και ερωτικό, σεμνό και φιλήδονο. Ενας άλλος κόσμος. Σήκωσε το ποτήρι της και μου ένευσε. Το σήκωσα κι εγώ. Δεν υπήρχε τίποτε άλλο γύρω μου. Αυτό ήταν… Αγκαλιαστήκαμε ένα βράδυ στο αρχαίο Στάδιο της Επιδαύρου και το επόμενο σε έναν στάβλο, δίπλα στο ξωκλήσι, στον παλιό δρόμο που οδηγεί στην Παλαιά Επίδαυρο. Οι στιγμές εκείνες ήταν ιερές και σφράγισαν τη ζωή μας… Η Λήδα ήταν για μένα η γυναίκα της ζωής μου».

 

SHARE

Περισσότερα

MORE NEWS DESK